οἰκέτης

ὁ οἰκέτης, ου ['домовый'] домочадец; слуга; раб

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "οἰκέτης" в других словарях:

  • οικέτης — οἰκέτης, ὁ, θηλ. οἰκέτις και οἰκέτισσα (ΑΜ, Α και οἰκότης) μσν. μτφ. ο άγιος ως υπηρέτης τής εκκλησίας αρχ. 1. δούλος που έμενε και υπηρετούσε στο σπίτι στο οποίο συχνά είχε γεννηθεί και ανατραφεί 2. (ποιητ. και ως επίθ.) σπιτικός («ἐν θεοῡ… …   Dictionary of Greek

  • οἰκέτης — household slave masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέται — οἰκέτης household slave masc nom/voc pl οἰκέτᾱͅ , οἰκέτης household slave masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκετᾶν — οἰκέτης household slave masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκετέων — οἰκέτης household slave masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκετῶν — οἰκέτης household slave masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέταιν — οἰκέτης household slave masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέταις — οἰκέτης household slave masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέταισιν — οἰκέτης household slave masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέτην — οἰκέτης household slave masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκέτου — οἰκέτης household slave masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.